αντίδωρο

[андидоро] ουσ. о.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αντίδωρο" в других словарях:

  • αντίδωρο — το антидор – небольшие кусочки хлеба, просфоры, которые священник раздает верующим в конце Божественной Литургии Этим. < αντίδωρον «дар взамен» < дргр. αντιδωρέομαι «дарить в ответ» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • αντίδωρο — το δώρο που προσφέρεται για ανταπόδοση δώρου· κυρίως μικρό κομμάτι από ψωμί που ευλογήθηκε στη θεία λειτουργία και που δίνεται στο τέλος της σ όλους όσοι πήραν μέρος σ αυτή: Στο τέλος της λειτουργίας πήραμε αντίδωρο και φιλήσαμε το χέρι του παπά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αντίδωρο — το (AM ἀντίδωρον) μσν. νεοελλ. τεμάχιο ευλογημένου άρτου που μοιράζουν οι ιερείς στους εκκλησιαζόμενους στο τέλος της θείας Λειτουργίας αρχ. μσν. αυτό που δίνεται ως αντίδωρεά …   Dictionary of Greek

  • ευλογία — Οξεία λοιμώδης και μεταδοτική νόσος με επιδημικό χαρακτήρα και με βαριά γενικά συμπτώματα και δερματικές εκδηλώσεις (φλύκταινες). Παρατηρείται φυλετική προδιάθεση προς τη μαύρη φυλή. Η ε. (γνωστή από τους αρχαιότατους χρόνους στους λαούς της… …   Dictionary of Greek

  • υψωμα — ώματος, το / ὕψωμα, ΝΜΑ [ὑψῶ/ ώνω] υψωμένο μέρος τού εδάφους, ψήλωμα, λόφος (α. «ο στρατός κατέλαβε τα γύρω από την πόλη υψώματα» β. «οὐ χθὼν οὐρανίοις ὑψώμασι [φθονέει]», ΨΦωκυλ.) νεοελλ. 1. ύψωση, ανύψωση 2. εκκλ. ενσφράγιστο τεμάχιο από τα… …   Dictionary of Greek

  • αντίδερο — Νεότερη παραφθορά της λέξης αντίδωρο,που σημαίνει κομμάτι από το πρόσφορο που μοιράζεται μετά την απόλυση της χριστιανικής ορθόδοξης λειτουργίας στους πιστούς «αντί του μεγάλου εκείνου δώρου τής φρικτής Θείας Κοινωνίας» (Συμεών Θεσσαλονίκης).… …   Dictionary of Greek

  • Σικελιανός, Άγγελος — Έλληνας ποιητής (Λευκάδα 1884 Αθήνα 1951). Μετά το γυμνάσιο ήρθε στην Αθήνα (1900) για να σπουδάσει νομικά, εγκατάλειψε όμως γρήγορα τα σχέδιά του, γιατί τον κέρδισε η ποίηση. Μελέτησε με πάθος τους αρχαίους Έλληνες ποιητές, ιδιαίτερα τους… …   Dictionary of Greek

  • βλογιά — η 1. το αντίδωρο που προσφέρεται από την εκκλησία στους πιστούς κατά τη θεία λειτουργία: Αφού κοινώνησα, πήρα βλογιά από το χέρι του παπά. 2. η αρρώστια «ευλογιά» …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ευλογία — η 1. η πράξη του ευλογώ, καλός λόγος, έπαινος. 2. ευχή για την ευτυχία κάποιου. 3. μτφ., πλούτος, αφθονία αγαθών: Ευλογία Θεού. 4. αντίδωρο που δίνει στους πιστούς ο παπάς. 5. (ιατρ.), εξανθηματική αρρώστια, αλλ. ευλογιά, βλογιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ύψωμα — το, ατος 1. υψωμένο μέρος του εδάφους, ψήλωμα, τούμπα. 2. ύψωση (βλ. λ.). 3. (εκκλησ.), το κομμάτι που αφαιρείται από τον άρτο της πρόθεσης και δίνεται και ως αντίδωρο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.